- ἀποπνέοντας
- ἀποπνέωbreathe forthpres part act masc acc pl (epic doric ionic aeolic)ἀποπνέωbreathe forthpres part act masc acc pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
υδρόθειο — το, Ν χημ. υδρογονούχα ένωση τού θείου, τής οποίας τα υδατικά διαλύματα είναι γνωστά με τη γενική ονομασία υδροθειικό οξύ και η οποία εκλύεται ελεύθερα από τις ρωγμές τών κρατήρων τών ηφαιστείων και από ορισμένες πηγές μεταλλικών νερών ή… … Dictionary of Greek
Μπριχαντισβάρα — Ινδικός ναός. Χτισμένος μεταξύ 1000 και 1012 από τον Pατζαράτζα Α’ για να ευχαριστήσει τον Σίβα (ονομαζόμενος σε ένδειξη ευλάβειας και Μ. ή Pατζαρατζεσβάρα, δηλαδή «βασιλεύς των βασιλέων») για τις νίκες του, είναι ένας από τους ωραιότερους ναούς… … Dictionary of Greek